Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017
Νηστεύεις;
Αγ.Ιωάννης Χρυσόστομος
«Νηστεύεις; Απόδειξέ μου το διά μέσου των ίδιων έργων. Ποια έργα εννοεί; Αν δείς φτωχό, να τον ελεήσεις. Αν δείς εχθρό, να συμφιλιωθείς μαζί του. Αν δείς μια όμορφη γυναίκα, να την αντιπαρέλθεις.
Ας μη νηστεύει λοιπόν μόνο το στόμα, αλλά και το μάτι και η ακοή, και
τα πόδια και τα χέρια και όλα τα μέλη του σώματός μας. Να νηστεύουν τα
χέρια, παραμένοντας καθαρά από την αρπαγή και την πλεονεξία.
Να νηστεύουν τα πόδια, ξεκόβοντας από τους δρόμους που οδηγούν σε
αμαρτωλά θεάματα. Να νηστεύουν τα μάτια, εξασκούμενα να μην πέφτουν ποτέ
λάγνα πα νω σε όμορφα πρόσωπα, ούτε να περιεργάζονται τα κάλλη των
άλλων…
Δεν τρως κρέας; Να μη φας και την ακολασία διά μέσου των ματιών.
Ας νηστεύει και η ακοή. Και νηστεία της ακοής είναι να μη δέχεται
κακολογίες και διαβολές… Ας νηστεύει και το στόμα από αισχρά λόγια και
λοιδορίες. Διότι τι όφελος έχουμε, όταν απέχουμε από πουλερικά και
ψάρια, δαγκώνουμε όμως και κατατρώμε τους αδελφούς μας;».
Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017
Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017
Η Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία είναι αυτό που χρειάζεται ο κόσμος σήμερα.
Του αρχιμ. Ιακώβου Κανάκη
Είναι σημαντικό γεγονός, όταν σύγχρονες έρευνες έρχονται να
επιβεβαιώσουν την ορθότητα και πιστότητα της μεθόδου θεραπείας των
ανθρώπων μέσα από την Ορθόδοξη ζωή.
Αυτά που από πολλούς αιώνες πριν η Εκκλησία προτείνει ως μοντέλο
ζωής, προτείνονται από επιστήμονες και άλλους φορείς ως τρόπος
πραγματικής απελευθέρωσης του ανθρώπου, ως τρόπου απόκτησης της
πραγματικής ελευθερίας 1.
Για παράδειγμα, υπάρχει μια συγγένεια στόχων της ορθόδοξης
ψυχοθεραπείας με την λογοθεραπεία του Frankl (1905-1997). Και εκεί
σκοπός αυτής της ψυχοθεραπευτικής μεθόδου είναι η εύρεση του σκοπού της
ζωής, η απελευθέρωση του ανθρώπου από τις εκάστοτε οικονομικές συνθήκες ή
ψυχολογικές προϋποθέσεις. Πράγματι αυτό είναι ένα σημαντικό μήνυμα που
πρέπει να λεχθεί στα νέα παιδιά αλλά και τους μεγαλύτερους, ότι ναι η
Ορθόδοξη Εκκλησία έχει την μέθοδο που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο
στην ευτυχία, που δεν είναι κάτι άλλο αλλά η απόκτηση της αγάπης, η
ένωση δηλαδή του ανθρώπου με το Θεό.
Η Εκκλησία λοιπόν έχει τον τρόπο να οδηγήσει τον άνθρωπο στην
ευτυχία, στην χαρά. Γνωρίζουμε την πορεία προς την κατεύθυνση αυτή από
την Παλαιά Διαθήκη, έγινε σαφέστερη στην Καινή Διαθήκη και έχει απόλυτα
προσδιοριστεί μετά το μεγάλο και σημαντικό γεγονός της Πεντηκοστής.
Ο τρόπος από τότε μέχρι και σήμερα είναι ο ίδιος. «Νηστεία, αγρυπνία,
προσευχή ουράνια χαρίσματα λαβών» είναι αυτός ο δρόμος που ξέρουμε ότι
οδηγεί στα πνευματικά χαρίσματα. Η αγάπη, η υπομονή, η ανεξικακία, η
ελεημοσύνη είναι αυτά πού βοηθούν τον άνθρωπο με γρήγορα βήματα να
ανέβει την ουράνια σκάλα, τη σκάλα των αρετών.
Όλες οι ασθένειες έχουν συνήθως παθολογικά αίτια. Πάθη είναι αυτά που
τις δημιουργούν. Αρετές όμως είναι αυτές που τα θεραπεύουν. Για κάθε
μία δράση υπάρχει η αντίδραση. Για κάθε μια πληγή υπάρχει το αντίδοτο.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά. Όταν κάποιος ασθενεί
επισκέπτεται τον κατάλληλο γιατρό, δέχεται από αυτόν προσεκτική εξέταση,
αν χρειαστεί υποβάλλεται και σε εξετάσεις. Ο γιατρός έχοντας την
κατάλληλη γνώση και πείρα και αξιολογώντας τα αποτελέσματα των εξετάσεων
δίνει την δέουσα αγωγή και ζητά από τον ασθενή την αυστηρή τήρησή της.
Στην συνέχεια ξαναβλέπει τον ασθενή αρκετές φορές μέχρι να αποκατασταθεί
πλήρως η υγεία του. Το ίδιο γίνεται με αντίστοιχο τρόπο και με τον
πνευματικό στην Εκκλησία. Η αποκατάσταση της υγείας στην περίπτωση αυτή
λέγεται κάθαρση, η οποία αν παραμείνει μια σταθερή κατάσταση στον
άνθρωπο οδηγεί στον φωτισμό και στη συνέχεια στη θέωση, στον αγιασμό
δηλαδή, στην ένωση του ανθρώπου με το Θεό.
Είναι παράξενο και κάπως τραγικό πως οι άνθρωποι σήμερα ακολουθούν
χίλιους τρόπους που τους παρουσιάζονται ως εύκολοι τρόποι απόκτησης της
ευτυχίας και της εσωτερικής γαλήνης (γιόγκα, διαλογισμό, εσωτερισμό,
κ.α.) και απορρίπτουν την σίγουρη οδό της ορθόδοξης ψυχοθεραπείας, που
μας παρέδωσαν οι πρόγονοί μας και που γνωρίζουμε ότι έχει βέβαια
αποτελέσματα (πλήθος αγίων).
Υπάρχει πρόβλημα σοβαρό διότι οι μετέχοντες στην Εκκλησία δεν βλέπουν
την Εκκλησία ως ιατρείο, ως θεραπευτήριο. Δεν θέλουν να αποκαλύψουν την
πληγή τους αλλά μάλλον να την θωπεύσουν με επαίνους και καλολογία. Η
εκκλησία όμως δεν θρέφει πάθη ούτε αναπτύσσει εγωισμούς. Έχει ρόλο
θεραπευτικό. Υπάρχει για να καθαρίζει τα μάτια των ανθρώπων, για να τους
ανοίγει το διάφραγμα προκειμένου να αναπνεύσουν καθαρό ουρανό για να
δουν, να ζήσουν τη βασιλεία του Θεού μέσα στην καρδιά τους. Ένας τέτοιος
χριστιανός που το επιτυγχάνει αυτό δεν μπορεί να ζει σε κατάθλιψη.
Είναι πλημμυρισμένος στη χαρά. Αγαπά όλους τούς ανθρώπους και
προσφέρεται από αγάπη σε όλους. Είναι ο άνθρωπος της πραγματικής χαράς,
του φωτός. Δεν τον επισκιάζει κανένα σκοτάδι. Αυτός είναι ο άνθρωπος που
έχουμε ανάγκη, που έχει ανάγκη η κοινωνίας μας. Και η Ευρώπη και η
Αμερική και φυσικά και η Ελλάδα αναζητούν τον άνθρωπο αυτό αλλά συχνά με
λάθος τρόπο. Θέλουν τα καλά αποτελέσματα αλλά χωρίς κόπο και πόνο.
Πράγμα όμως αδύνατο για την μεταπτωτική ανθρώπινη ύπαρξη. Τώρα κατά το
κοινώς λεγόμενο «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ».
Είναι επίκαιρη όσο ποτέ η ορθόδοξη ψυχοθεραπεία. Είναι το φάρμακο, το
βάλσαμο της εποχής μας, μιας εποχής που δεν χρειάζεται να είσαι
προφήτης για να το καταλάβεις ότι οδηγείται από το κακό στο χειρότερο. Η
Εκκλησία όμως έχει τη θέση της και τον ρόλο της, την διακονία και την
αποστολή της. Είναι εργαστήριο πλάσης ψυχών και εργαστήριο θεραπείας
παθών. Μια τέτοια Εκκλησία, που οι λειτουργοί της έχοντας αυτογνωσία και
γνωρίζουν τον σκοπό της δεν μπορεί παρά να γίνεται σεβαστή από όλους.
Όχι μόνο σεβαστή αλλά και αγαπητή και ανοικτή σε όλους. Μια Εκκλησία
οικογένεια που υποδέχεται τους ανθρώπους και σιγά σιγά τους μεταμορφώνει
και τους ομορφαίνει. Μια τέτοια Εκκλησία μάς χρειάζεται, οικογένεια!
1. Οι στόχοι της Ορθόδοξης Ψυχοθεραπείας και ο ρόλος της Εκκλησίας,
Δρ. Πάρης Μπίνος MSc Λογοπαθολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης
Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου (30 Σεπτεμβρίου 2016 Πεμπτουσία)
Κύριε μη με ελεήσεις...
Πριν από πολλά χρόνια
ζούσε σε κάποιο χωριό της πατρίδος μας ένας νέος, που από μικρός είχε τον πόθο
να γίνει ασκητής. Υπήρχαν όμως κάποιες δυσκολίες: Ήταν αγράμματος, βραδύγλωσσος,
λίγο
βραδύνους και με οικογενειακές υποχρεώσεις.
Όμως στην ηλικία των 40 περίπου ετών μπόρεσε να πραγματοποιήσει τη κρυφή του αγία επιθυμία. Έφυγε από το χωριό του και περιπλανώμενος από τόπου εις τόπο κατέληξε σε ένα ερημονήσι, όπου βρήκε ένα γέρο ασκητή που του ανέπαυε την καρδιά και έγινε υποτακτικός του.
Με έκπληξη λοιπόν παρατηρούσε ότι: όταν προσευχόταν ο Γέροντάς του έλαμπε ολόκληρος, και ιδιαιτέρως όταν παρακλητικά και μετά δακρύων έλεγε «Κύριε, ελέησόν με».
Ο Γέρων-ασκητής ήταν και αυτός αγράμματος, αλλά οι συμβουλές του ήταν πολύτιμες και γεμάτες σοφία και όλη του η πνευματική προσπάθεια συγκεντρώνετο στο πως να μάθει να προσεύχεται και ο υποτακτικός του με το «Κύριε, ελέησόν με».
βραδύνους και με οικογενειακές υποχρεώσεις.
Όμως στην ηλικία των 40 περίπου ετών μπόρεσε να πραγματοποιήσει τη κρυφή του αγία επιθυμία. Έφυγε από το χωριό του και περιπλανώμενος από τόπου εις τόπο κατέληξε σε ένα ερημονήσι, όπου βρήκε ένα γέρο ασκητή που του ανέπαυε την καρδιά και έγινε υποτακτικός του.
Με έκπληξη λοιπόν παρατηρούσε ότι: όταν προσευχόταν ο Γέροντάς του έλαμπε ολόκληρος, και ιδιαιτέρως όταν παρακλητικά και μετά δακρύων έλεγε «Κύριε, ελέησόν με».
Ο Γέρων-ασκητής ήταν και αυτός αγράμματος, αλλά οι συμβουλές του ήταν πολύτιμες και γεμάτες σοφία και όλη του η πνευματική προσπάθεια συγκεντρώνετο στο πως να μάθει να προσεύχεται και ο υποτακτικός του με το «Κύριε, ελέησόν με».
Την τελευταία ημέρα της ζωής του ο Γέροντας
ασκητής χάρισε στον υποτακτικό του το τρίχινο μισοτριμμένο ράσο του, ξάπλωσε
κάτω, έκανε τον σταυρό του και λέγοντας τρεις φορές «Κύριε, ελέησόν με», «Κύριε,
ελέησόν με», «Κύριε, ελέησόν με» η οσιακή του ψυχή πέταξε στον
ουρανό.
Μετά την κοίμηση και ταφή του Γέροντος του ο εν λόγω υποτακτικός ζούσε πλέον ολομόναχος στο ερημονήσι ως ασκητής και ησυχαστής μέσα σε μια σπηλιά, ακολουθώντας το ίδιο τυπικό προσευχής και κανόνων που παρέλαβε από τον Γέροντά του. Έτσι πέρασαν 30 ολόκληρα χρόνια, χωρίς να δει ποτέ του άνθρωπο.
Με το πέρασμα όμως των ετών και με την βραδυγλωσσία και βραδύνοια που τον διέκρινε, μπέρδευε τα λόγια της Ευχής προσευχόμενος έλεγε «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Η καρδιά του όμως ήταν δοσμένη ολόκληρη στον Θεό, για αυτό και δάκρυα έτρεχαν άφθονα από τα γεροντικά του μάτια, όταν μέρα-νύχτα προσευχόταν με κατάνυξη και συντριβή, επαναλαμβάνοντας χιλιάδες φορές το «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Κάποια ανοιξιάτικη μέρα ένα καράβι άραξε κοντά στο ερημονήσι. Ένας από τους επιβάτες του ήταν και ο επίσκοπος της επαρχίας εκείνης και ο καπετάνιος για να τον ξεκουράσει και να τον ευχαριστήσει τον πήρε με μια βάρκα κα πήγαν στο νησί για να περπατήσουν.
Αντίκρυσαν εκεί ένα μονοπάτι το οποίο ακολούθησαν και έφτασαν μπροστά σε μια σπηλιά όπου από μέσα άκουσαν την πονεμένη προσευχή του ασκητού που έλεγε συνεχώς «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Προχώρησε ο επίσκοπος και είδε ένα σκελετωμένο γέροντα ασκητή, με μάτια βαθουλωμένα μέσα στις κόγχες τους, να είναι γονατιστός και ολόλαμπρος' να προσεύχεται και να κλαίει.
Ο δεσπότης με πολλή συστολή προσπάθησε να του πει οτι αυτή η προσευχή του δεν είναι σωστή και πρέπει να λέει «Κύριε, ελέησόν με».
Ταράχθηκε ο ασκητής πιστεύοντας, ότι 30 τόσα χρόνια έκανε κακό στη ψυχή του και ξέσπασε σε κλάμματα ικετεύοντας τον επίσκοπο να τον μάθει να λέει σωστά την προσευχή. Κι εκείνος με δέος προσπάθησε για αρκετή ώρα να του «στρώσει» τη γλώσσα στο να λέει «Κύριε, ελέησόν με».
Φεύγοντας ο επίσκοπος τον συνόδευσε ο ασκητής μέχρι την ακροθαλασσιά, επαναλαμβάνοντας μαζί του το «Κύριε, ελέησόν με», για να μην το ξεχάσει.
Το καράβι έφυγε και ο ασκητής το παρακολουθούσε με το βλέμμα του λέγοντας συνεχώς «Κύριε, ελέησόν με».
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ο ερημίτης ξέχασε το «Κύριε, ελέησόν με», σάστισε και ζαλίστηκε!!!
- Και τώρα τι θα γίνω; και ξέσπασε σε δάκρυα.
Στην απελπισία του πετάει στην θάλασσα το κουρελιασμένο ράσο του και βαδίζει πάνω σε αυτό προς το καράβι.
-Φάντασμα, φάντασμα.! φώναζαν τρομαγμένοι οι ναύτες.
Με τις φωνές ανέβηκε ο δεσπότης στο κατάστρωμα και είδε τον ασκητ
ή να του φωνάζει:
- Τι να λέω; Τι να λέω δεσπότη μου;
Και εκείνος με συγκίνησι του απάντησε:
- Ότι έλεγες να λες παιδί μου! Αυτή είναι η καλύτερη προσευχή για την ψυχή σου. Συγχώρεσέ με και κάνε και για μένα ένα σταυρό!
Μετά την κοίμηση και ταφή του Γέροντος του ο εν λόγω υποτακτικός ζούσε πλέον ολομόναχος στο ερημονήσι ως ασκητής και ησυχαστής μέσα σε μια σπηλιά, ακολουθώντας το ίδιο τυπικό προσευχής και κανόνων που παρέλαβε από τον Γέροντά του. Έτσι πέρασαν 30 ολόκληρα χρόνια, χωρίς να δει ποτέ του άνθρωπο.
Με το πέρασμα όμως των ετών και με την βραδυγλωσσία και βραδύνοια που τον διέκρινε, μπέρδευε τα λόγια της Ευχής προσευχόμενος έλεγε «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Η καρδιά του όμως ήταν δοσμένη ολόκληρη στον Θεό, για αυτό και δάκρυα έτρεχαν άφθονα από τα γεροντικά του μάτια, όταν μέρα-νύχτα προσευχόταν με κατάνυξη και συντριβή, επαναλαμβάνοντας χιλιάδες φορές το «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Κάποια ανοιξιάτικη μέρα ένα καράβι άραξε κοντά στο ερημονήσι. Ένας από τους επιβάτες του ήταν και ο επίσκοπος της επαρχίας εκείνης και ο καπετάνιος για να τον ξεκουράσει και να τον ευχαριστήσει τον πήρε με μια βάρκα κα πήγαν στο νησί για να περπατήσουν.
Αντίκρυσαν εκεί ένα μονοπάτι το οποίο ακολούθησαν και έφτασαν μπροστά σε μια σπηλιά όπου από μέσα άκουσαν την πονεμένη προσευχή του ασκητού που έλεγε συνεχώς «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Προχώρησε ο επίσκοπος και είδε ένα σκελετωμένο γέροντα ασκητή, με μάτια βαθουλωμένα μέσα στις κόγχες τους, να είναι γονατιστός και ολόλαμπρος' να προσεύχεται και να κλαίει.
Ο δεσπότης με πολλή συστολή προσπάθησε να του πει οτι αυτή η προσευχή του δεν είναι σωστή και πρέπει να λέει «Κύριε, ελέησόν με».
Ταράχθηκε ο ασκητής πιστεύοντας, ότι 30 τόσα χρόνια έκανε κακό στη ψυχή του και ξέσπασε σε κλάμματα ικετεύοντας τον επίσκοπο να τον μάθει να λέει σωστά την προσευχή. Κι εκείνος με δέος προσπάθησε για αρκετή ώρα να του «στρώσει» τη γλώσσα στο να λέει «Κύριε, ελέησόν με».
Φεύγοντας ο επίσκοπος τον συνόδευσε ο ασκητής μέχρι την ακροθαλασσιά, επαναλαμβάνοντας μαζί του το «Κύριε, ελέησόν με», για να μην το ξεχάσει.
Το καράβι έφυγε και ο ασκητής το παρακολουθούσε με το βλέμμα του λέγοντας συνεχώς «Κύριε, ελέησόν με».
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ο ερημίτης ξέχασε το «Κύριε, ελέησόν με», σάστισε και ζαλίστηκε!!!
- Και τώρα τι θα γίνω; και ξέσπασε σε δάκρυα.
Στην απελπισία του πετάει στην θάλασσα το κουρελιασμένο ράσο του και βαδίζει πάνω σε αυτό προς το καράβι.
-Φάντασμα, φάντασμα.! φώναζαν τρομαγμένοι οι ναύτες.
Με τις φωνές ανέβηκε ο δεσπότης στο κατάστρωμα και είδε τον ασκητ
ή να του φωνάζει:
- Τι να λέω; Τι να λέω δεσπότη μου;
Και εκείνος με συγκίνησι του απάντησε:
- Ότι έλεγες να λες παιδί μου! Αυτή είναι η καλύτερη προσευχή για την ψυχή σου. Συγχώρεσέ με και κάνε και για μένα ένα σταυρό!
Μητροπολίτου Χίου Παντελεήμονος Φωστίνη,
διασκευή από "Το βιβλίο της ζωής", τ. Α' Πειραιάς 1987, σελ. 25
Πρωτοπρεσβύτερου Στέφανου Κ. Αναγνωστόπουλου "Η «Ευχή» μέσα στον κόσμο"
Πειραιάς 2007 σελίδες 20-22
διασκευή από "Το βιβλίο της ζωής", τ. Α' Πειραιάς 1987, σελ. 25
Πρωτοπρεσβύτερου Στέφανου Κ. Αναγνωστόπουλου "Η «Ευχή» μέσα στον κόσμο"
Πειραιάς 2007 σελίδες 20-22
Πηγή: Εκδόσεις Χρυσοπηγή
«Παλιά το έθνος μας ζούσε πνευματικά, γι’ αυτό και ο Θεός το ευλογούσε και οι Άγιοι μας βοηθούσαν με θαυμαστό τρόπο..».

-Γέροντα, πώς θα βοηθηθούν οι άνθρωποι με τόσα που γίνονται στον κόσμο;
–Εκείνος που θέλει να βοηθηθή , βοηθιέται και με τιποτένια πράγματα.
Π.χ. κουνιέται ένα κανδήλι ή κουνιέται ό ίδιος από έναν σεισμό και
συνέρχεται. Όσοι δεν πιστεύουν, γίνονται χειρότεροι, όταν ακούν ότι θα
γίνη πόλεμος ή κάποια καταστροφή. «Δώσ’ του, σου λέει, να γλεντήσουμε,
γιατί χάνουμε τη ζωή», οπότε το ρίχνουν τελείως έξω. Άλλοτε ακόμη και οι
αδιάφοροι, όταν άκουγαν λ.χ. ότι θα γίνη πόλεμος, συνέρχονταν και
άλλαζαν ζωή. Τώρα είναι πολύ λίγοι αυτοί. Παλιά το έθνος μας ζούσε
πνευματικά, γι’ αυτό και ο Θεός το ευλογούσε και οι Άγιοι μας βοηθούσαν
με θαυμαστό τρόπο, και νικούσαμε τους εχθρούς μας, οι οποίοι πάντοτε
ήταν περισσότεροι από εμάς. Σήμερα λέμε πως είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αλλά δυστυχώς συχνά μόνον το όνομα «Ορθόδοξος» έχουμε και όχι ζωή ορθόδοξη.
Ρώτησα έναν Πνευματικό με κοινωνική δράση, με ένα σωρό
πνευματικοπαίδια κ.λπ.: «Τι ξέρεις για μια βλάσφημη ταινία;». «Δεν ξέρω
τίποτε», μου είπε. Δεν ήξερε τίποτε και είναι σε μεγάλη πόλη. Κοιμίζουν
τον κόσμο. Τον αφήνουν έτσι, για να μη στενοχωριέται και να διασκεδάζη. Μην
τυχόν πης ότι θα γίνη πόλεμος ή ότι θα γίνη η Δευτέρα Παρουσία και γι’
αυτό πρέπει να ετοιμασθούμε, μην τυχόν στενοχωρηθούν οι άνθρωποι.
Σαν μερικές γριές που λένε «μη μιλάς για θάνατο∙ μόνο για χαρές και
βαφτίσια να μιλάς», σαν να μην τις περιμένει θάνατος. Έτσι νιώθουν μια
ψεύτικη χαρά.
Ενώ, αν σκέφτονταν ότι το τάδε γεροντάκι που έμεινε λίγο πιο κάτω
πέθανε χτες, ο άλλος είναι στα τελευταία του και θα πεθάνη, μεθαύριο θα
γίνη του τάδε το μνημόσυνο που ήταν και πολύ νεώτερος από αυτές, θα
σκέφτονταν τον θάνατο και θα έλεγαν: «Πρέπει να εξομολογηθώ, να
ετοιμασθώ πνευματικά, γιατί μπορεί κι εμένα σε λίγο να με καλέση ο
Χριστός για την άλλη ζωή». Διαφορετικά, έρχεται ύστερα ο θάνατος και τις
παίρνει ανέτοιμες. Άλλοι πάλι από… «καλωσύνη» λένε: «Στους αιρετικούς
μη λέτε ότι είναι στην πλάνη, για να δείξουμε αγάπη». Και έτσι τα
ισοπεδώνουν όλα. Αν ζούσαν αυτοί στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού δεν
θα είχαμε ούτε έναν Άγιο. Έλεγαν τότε στους Χριστιανούς: «Ρίξε μόνο
λιβάνι στην φωτιά και μην αρνήσαι τον Χριστό». Δεν το δέχονταν. «Κάνε
μόνον πως ρίχνεις». Δεν το δέχονταν. «Μη μιλάς για τον Χριστό και
πήγαινε ελεύθερος σε άλλο μέρος», και δεν το δέχονταν. Σήμερα βλέπεις
έναν νερόβραστο κόσμο.
..
-Γέροντα, όταν λέη ο Απόστολος Παύλος: «Ο καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά», εννοεί ότι η χαρά είναι τεκμήριο σωστής ζωής;
-Ναι, γιατί υπάρχει κοσμική χαρά και θεϊκή χαρά.
Όταν κάτι δεν είναι πνευματικό, καθαρό, δεν μπορεί να υπάρχη αληθινή
χαρά και ειρήνη στην καρδιά. Η χαρά που αισθάνεται ένας πνευματικός
άνθρωπος δεν είναι η κοσμική χαρά που επιζητούν πολλοί σήμερα. Να μην τα
μπλέκουμε τα πράγματα. Οι Άγιοι είχαν τέτοιου είδους χαρά που ζητούμε
εμείς; Η Παναγία είχε τέτοια χαρά; Ο Χριστός γελούσε; Ποιος Άγιος πέρασε
από αυτήν την ζωή χωρίς πόνο; Ποιος Άγιος είχε τέτοια χαρά που
επιδιώκουν πολλοί Χριστιανοί της εποχής μας, που δεν θέλουν να ακούσουν
τίποτε δυσάρεστο για να μην στενοχωρηθούν, για να μην χάσουν την ηρεμία
τους; Αν θέλω να μη στενοχωρηθώ για να είμαι χαρούμενος, να μη χαλάσω
την ησυχία μου, για να είμαι πράος, τότε είμαι αδιάφορος! Άλλο πραότητα
πνευματική και άλλο πραότητα από αδιαφορία.
Λένε μερικοί: «Πρέπει να είμαι χαρούμενος, γιατί είμαι Χριστιανός. Να
είμαι ήρεμος, γιατί είμαι Χριστιανός». Αυτοί δεν είναι Χριστιανοί. Το
καταλάβατε; Αυτό είναι αδιαφορία, είναι κοσμική χαρά. Όποιος έχει αυτά τα κοσμικά στοιχεία, δεν είναι πνευματικός άνθρωπος. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος.
Πονάει δηλαδή για καταστάσεις, για ανθρώπους, αλλά ανταμείβεται γι’
αυτόν τον πόνο με θεία παρηγοριά. Νιώθει πόνο, αλλά νιώθει μέσα του θεία
παρηγοριά, γιατί κάνει ρίψεις με ευλογίες ο Θεός από τον Παράδεισο στην
ψυχή και αγάλλεται ο άνθρωπος από την θεϊκή αγάπη. Αυτή είναι η χαρά, η
πνευματική χαρά, που δεν εκφράζεται και πλημμυρίζει την καρδιά.
Από το βιβλίο: «Πνευματική αφύπνιση»ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ,ΛΟΓΟΙ Β΄
Πηγή: antexoume.wordpress.com
Οταν η Θεία Αγάπη αγγίζει την ψυχή…
Γέροντος Σωφρονίου
Ναι, προσεύχομαι, ώστε το Πνεύμα το Άγιο να μην παύσει ποτέ να ενισχύει την πίστη σου, να βαθαίνει την αγάπη σου προς τον Χριστό, ο οποίος είναι το κύριο θεμέλιο όλης της ζωής του κόσμου αυτού.
Οι άφρονες σοφοί του αιώνα μας, που θεωρούν τον εαυτό τους «σοφό»,
νομίζοντας ότι γνωρίζουν τα πάντα και κατά κάποιον τρόπο θα φέρουν τη
μακαριότητα στους ανθρώπους πάνω στη γη, στην πραγματικότητα «ηγάπησαν
μάλλον το σκότος ή το φως». Μη βλέποντας κάποιος τον περιορισμό του, την
αυτοκαταδίκη του σε θάνατο, μοιάζει με κτήνος. Μη αναγνωρίζοντας ότι ο
άνθρωπος δεν περιορίζεται στα όρια της πρόσκαιρης ζωής επάνω στη γη,
μόνο στην ορατή και αισθητή διάστασή του, μη συνειδητοποιώντας την
επικείμενη έξοδο στη θαυμαστή αιωνιότητα που μας αποκαλύπτεται με τον
Χριστό, βρίσκεται κατ’ ουσίαν σε βαθύ σκοτάδι άγνοιας για το τί είναι ο
Άνθρωπος.
Από την άποψη αυτή η εποχή μας βρίσκεται σε τέτοια οπισθοδρομική
κατάπτωση, σε χιλιετίες παγανισμού και λατρείας της σάρκας και των
παθών, πράγμα στο οποίο είναι φρικτό να σταθεί η ψυχή. Βλέποντας τους
ανθρώπους στο καταχθόνιο αυτό σκοτάδι, ο Γέροντας επί δεκαετίες
προσευχόταν γι’ αυτούς με ασυγκράτητη ορμή αγάπης προς τον άνθρωπο.
Όταν
η Θεία Αγάπη αγγίζει την ψυχή, τότε αυτή θεωρεί με ανέκφραστο τρόμο την
Αγιότητα του Θεού, του Χριστού, και φλέγεται από τον πόθο να δει τους
πάντες μέσα στο φως αυτής της Αγάπης. Της είναι βέβαια φοβερό να σκεφθεί
ότι η ενότητα αυτή με τον Θεό μπορεί κάποτε να διασπασθεί, και εξαιτίας
του φόβου αυτού για τον εαυτό της η ψυχή φοβάται και για τους άλλους.
Ο ιερός φόβος της ψυχής έγκειται στο ότι γνωρίζει τα όριά της στην
επίγεια εμπειρία, και έτσι, όταν η αιωνιότητα ανοίγεται μπροστά της με
τέτοια δύναμη, η ψυχή αποκάμνει από την απειρότητα του Θεού, από κάποια
«έκπληξη» η οποία δεν περιγράφεται με τίποτε, και από την ανικανότητα να
πιστεύσει ότι αυτό είναι αληθινή πραγματικότητα. Έτσι και οι Απόστολοι
στο όρος των Ελαιών «ιδόντες Αυτόν προσεκύνησαν Αυτώ, οι δε εδίστασαν». Ο
δισταγμός σε τέτοιες στιγμές είναι φυσικός για τον φτωχό, μικρό
άνθρωπο. Να γιατί όλοι, όσοι πιστεύουν στον Χριστό, πρέπει να βρουν στον
εαυτό τους εκείνη την ιερή «μωρία», χωρίς την οποία είναι αδύνατο να
αποφασίσουν να υπερπηδήσουν την άβυσσο που μας χωρίζει από την
αιωνιότητα.
Γέροντος Σωφρονίου «Γράμματα στη Ρωσία»
Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









