Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017
Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων
Ἡ μητέρα μου....(Γέροντος Πετρωνίου Τανάσε)
Σ᾿ ὅλη τήν ζωή της ζοῦσε μιά βαθειά πνευματική ζωή. Στίς ἑορτές
συμμετεῖχε μέ πολλή εὐλάβεια, ἀκόμη καί στίς μικρότερες. Βέβαια δέν
γνώριζε ἀπό βιβλία, εἶχε διάκρισι καί διαίσθησι, δέν ἐγνώριζε ἀπό
ἑορταστικούς κύκλους καί ὅμως συμμετεῖχε σ᾿ ὅλες τίς ἑορτές, στίς
νηστεῖες καί στά ἐτήσια μνημόσυνα τῆς Ἐκκλησίας μας ἀλανθάστως.
Ἡ ἐλεημοσύνη της ἦτο ἡ βασική της φροντίδα σχεδόν σέ καθημερινή βάσι.
Τούς ξένους τούς καλοῦσε ἀπό τόν δρόμο, τούς φιλοξενοῦσε σπίτι μας καί
τούς ἀνέπαυε. Ποτέ δέν ἀνεχώρησε ἔστω καί ἕνας πτωχός ἀπό τό σπίτι μας
μέ ἀδειανά τά χέρια.
Ὁ πατέρας μου τήν ὠνείδιζε ἐνίοτε, διότι εἶχε σέ μεγάλο βαθμό ἀνοικτά τά χέρια της.
Στά μνημόσυνα τῶν νεκρῶν συμμετεῖχε μέ πολλή εὐλάβεια. Κάθε Σάββατον
πρωΐ ἔδινε ξεχωριστή ἐλεημοσύνη γιά τούς κοιμηθέντες: Μία λεκάνη γάλα ἤ
φαγητό καί νερό πού μετέφερε ἡ ἴδια γιά τούς γείτονες. Κατόπιν ἀσχολεῖτο
μέ τήν καθαριότητα τῶν ρούχων γιά τήν ἑπομένη ἡμέρα καί στήν συνέχεια
ἐμαγείρευε τό φαγητό γιά τό τραπέζι τῆς Κυριακῆς, μετά τήν Θεία
Λειτουργία, διότι τήν Κυριακή οὐδέποτε ἐμαγείρευε.
Ὅταν κτυποῦσε ἡ καμπάνα τοῦ ἑσπερινοῦ, ὅλες οἱ δουλειές γιά τήν αὐριανή
ἡμέρα εἶχαν τελειώσει καί ἔτσι ἄρχισε τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Τό πρωΐ
τῆς Κυριακῆς ἐφορούσαμε ὅλοι τά καθαρά μας ροῦχα καί ἐσώρουχα καί
ἐπηγαίναμε στήν ἐκκλησία.
Ὁ πατέρας μας σηκωνόταν πολύ πρωΐ, ἀφοῦ ἔκανε τήν προσευχή του, μετά
ἐδιάβαζε τούς Χαιρετισμούς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπό τό Ὠρολόγιο καί κατόπιν
ἐδιάβαζε περικοπές ἀπό τήν Καινή Διαθήκη. Ὅταν ἀναχωρούσαμε γιά τήν
ἐκκλησία, πρῶτα ἐζητούσαμε συγγνώμη οἱ μέν ἀπό τούς δέ: «Συγχωρέστε»,
καί «ὁ Θεός νά σέ συγχωρέση!» Αὐτό συνέβαινε ὄχι μόνο μεταξύ μας, μέ
τούς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ μας, ἀλλά καί μέ τούς γείτονες.
Τίς νηστεῖες-τίς τρεῖς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος Δευτέρα, Τετάρτη καί
Παρασκευή, καθώς καί τίς μεγάλες νηστεῖες τίς κρατοῦσε μέ πολλή εὐλάβεια
καί ἀκρίβεια, καθώς καί τά μικρά παιδιά, ἔστω καί νά ἦσαν ἄρρωστα. Ἡ
Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἦτο ἕνα γεγονός σημαντικό στήν χριστιανική ζωή ὅλων
μας. Εἴχαμε σκεύη διατηρημένα μόνο γι᾿ αὐτόν τόν καιρό: ὅπως λεκάνες,
πιάτα καί κουτάλια. Τό Πάσχα καί τά Χριστούγεννα ἡ γιορτές στά χωριά μας
διαρκοῦσαν πολλές ἡμέρες.
Ἡ μητέρα μου ἦτο μία ἀνεπανάληπτη νοικοκυρά. Αὐτή ἔραβε, ὕφαινε στόν
ἀργαλειό, ἔπλεκε. Μᾶς ἔκανε ἡ ἴδια ὅλα τά ἐνδύματά μας: Ὑποκάμισα,
παλτά, γελέκια, ζακέτες, καθώς καί βελέντζες καί ἄλλα σκεπάσματα γιά τά
κρεββάτια μας. Ἐμεγάλωσε ὀκτώ παιδιά, ἕξι κορίτσια καί δύο ἀγόρια καί
μᾶς ἀνέθρεψε ὅλα μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, μέ σεβασμό ἀπέναντι στούς
ἀνθρώπους καί μέ τιμή. Δέν λυπόταν νά μᾶς δέρνη κιόλας, ὅταν χαλούσαμε
τήν τάξι τοῦ «κοινοβίου» της.
Κάποτε, ὅταν εὑρέθηκα στό καταφύγιο τῆς πόλεως Μπροστένι, ἐπῆγα μία
ἐπίσκεψι καί νά μείνω τό Ἅγιο Πάσχα στό σπίτι μας, καί θυμήθηκα τίς
χριστιανικές μας συνήθειες τίς ὁποῖες δέν εἶδα πάλι ἀπό τήν παιδική μου
ἡλικία. Ἠμπόρεσα νά συνομιλήσω μαζί της καί κατάλαβα τότε πόσο βαθειά
ἦτο ἡ χριστιανική της ζωή.
Τήν Μεγάλη Πέμπτη ἀναχώρησε τό πρωΐ ἀπό τό σπίτι, καί ὅταν ἐπέστρεψε καί
τήν ἐρώτησα, ἔμαθα μέ μεγάλη μου ἔκπληξι ὅτι εἶχε πάει σέ μιά ἀσθενῆ
γειτόνισσα νά τῆς κάνη ἕνα δῶρο, νά τῆς πλύνη τά πόδια εἰς ἀνάμνησιν τῆς
ταπεινώσεως τοῦ Ἰησοῦ μας πρό τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. «Ὁ Κύριος νά πλύνη
τά πόδια τῶν Μαθητῶν Του κι ἐγώ νά μή κάνω τίποτε γι᾿ Αὐτόν; Μοῦ
ἀπήντησε. Ἔκαμα κι ἐγώ κάτι παρόμοιο. Ἔπλυνα τά πόδια τῆς Μαρίας τοῦ
Γαβριήλ, ἡ ὁποία εἶναι ἄρρωστη στό κρεββάτι καί τῆς ἐφόρεσα ἕνα ζευγάρι
κάλτσες ἀπό τίς δικές μας καινούργιες».
Τήν Μεγάλη Παρασκευή ἦτο ὅλη τήν ἡμέρα μέ τά μάτια της δακρυσμένα. «ὅταν
σκέπτωμαι, μοῦ ἔλεγε, πόσα ὑπέφερε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός γιά
ἐμᾶς, μοῦ ἔρχεται νά κλαίω καί νά στενάζω ἀπό πόνο».
Τό Μέγα Σάββατο, ὅταν ἐμεῖς ἐθαυμάζαμε τά τσουρέκια καί τά κουλούρια πού
μᾶς παρεσκεύαζε γιά τό Πάσχα, αὐτή μᾶς ἔλεγε: «Τά ἔκαμα τόσο ὡραῖα ὄχι
γιά νά τά εὐχαριστηθῆτε τρώγοντάς τα, διότι δέν μοῦ ἔρχεται οὔτε νά
ἀγγίξω, ἀλλά τά ἔκανα ἔτσι πρῶτα γιά τήν δόξα τοῦ Κυρίου μας, πού αὔριο
ἀνασταίνεται».
Σάν γερόντισσα στήν ἡλικία, παρότι ἔπασχε ἀπό ἀσθένειες, οὐδέποτε
ἀπουσίασε ἀπό τήν ἐκκλησία. Διατηροῦσαν μία συνήθεια οἱ νοικοκυρές νά
ἀσπάζωνται τό χέρι τῶν γερόντων καί τῶν χηρῶν καί νά τούς βάζουν στό
χέρι χρήματα. Κάποτε μ᾿ἐρώτησε, ἄν εἶναι καλό αὐτό πού κάνει δηλαδή, νά
παίρνη χρήματα.
Μοῦ ἔλεγε: «Ποτέ δέν ἐξοδεύω αὐτά τά χρήματα γιά μένα, ἀλλά ἀγοράζω μέ
αὐτά κεριά καί τά ἀνάβω μπροστά στήν Κυρία Θεοτόκο· καί στό σπίτι μου
γιά κάθε φράγκο κάνω καί ἀπό δέκα μετάνοιες, γιά τήν ὑγεία πού μοῦ
ἔδωσε.
Ἄλλη φορά ἤθελα νά μάθω τί ξέρει ἡ μητέρα μου ἀπό τήν διδασκαλία τῆς
Ἐκκλησίας. Μοῦ ἔλεγε τότε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό Ὄνειρο τῆς
Παναγίας, τήν Ἐπιστολή, τά ὁποῖα ἀπήγγειλλε ἀπό στήθους. Ἐπίσης ὁλόκληρα
κείμενα ἀπό τό Ἱερό Εὐαγγέλιο καί τούς Ψαλμούς. Μοῦ ἔλεγε τόν 49ον
Ψαλμό. Ἐγνώριζε ἀπό στήθους πολλές προσευχές, τρο¬πάρια, στιχηρά τῶν
ἑορτῶν, τά ὁποῖα ἐμάθαινε στήν ἐκκλησία. Ἐθαύμασα γιά ὅλα αὐτά διότι δέν
μοῦ εἶχε δώσει κάποια αἴσθησι ὅτι τά ἐγνώριζε καί τά κρατοῦσε μέσα της
μέ πολλή ἀφοσίωσι.
Πάντοτε στήν προσευχή. Πρίν νά βγοῦμε ἀπό τό σπίτι, τήν ἐβλέπαμε ἀμέσως
καί ἐπήγαινε στά εἰκονίσματα. Ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἔκανε μερικές
μετάνοιες καί μετά ἄρχιζε τίς δουλειές της. Τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ
καί τῆς Κυρίας Θεοτόκου τά ἔλεγε μέ πολλή ψυχική θερμότητα, μέ
ἐμπιστοσύνη καί ἀκλόνητη ἐλπίδα στήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Γιά τόν θάνατό της ἦτο προετοιμασμένη, πρίν ἀπό πολύ καιρό. Τό φόρεμά
της γιά τόν τάφο της, τό σεντόνι γιά τό φέρετρό της καί ἕνα μάτσο κεριά
τά εἶχε ἑτοιμάσει καί τά κρατοῦσε στό σεντοῦκι της.
Μερικές ἑβδομάδες πρίν ἀπό τόν θάνατό της, πηγαίνοντας νά τήν ἰδῶ ἀκόμη
μιά φορά, τῆς ἔδωσα μία δεσμίδα κερί καθαρό, πού μοῦ τό χάρισε ὁ π.
Μακάριος. Τῆς ἔδωσα μεγάλη χαρά γι᾿ αὐτά. Τά ἔβαλε στό σεντοῦκι της καί
μ᾿ αὐτή τήν εὐκαιρία εἶδα τί εἶχε μέσα.
Ἐπέρασε στήν αἰωνιότητα στίς 4 Ἰουλίου 1967, μετά ἀπό κάποια ὀλιγόμηνη ἀσθένεια.
Ἀκόμη, πρίν ἀπό τήν νηστεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων-τήν χρονιά αὐτή
διαρκοῦσε μόνο τρεῖς ἡμέρες-ἐκάλεσε τήν ἀδελφή μου Γλυκερία: «Νά καλέσης
τόν πάτερ Ἰονίκα νά μέ ἐξομολογήση καί νά μέ κοινωνήση».
Ἐνήστευσε τρεῖς ἡμέρες, ἐξωμολογήθηκε καί κοινώνησε. Τό Σάββατο 1η
Ἰουλίου πλύθηκε, ἄλλαξε, κατά τήν συνήθειά της, χτενίσθηκε καί εἶπε στήν
Γλυκερία:
-Πάρε τό σεντόνι καί σκέπασέ με, διότι νά, βλέπεις, ἔρχονται στόν δρόμο τρεῖς γυναῖκες στά λευκά ντυμένες.
-Ποῦ εἶναι μαμά; Τήν ἐρώτησε ἡ Γλυκερία κυττάζοντας πρός τό παράθυρο χωρίς νά ἰδῆ κάποιον..
-Ἄφησε. Αὐτές ἔχουν δουλειά μέ μένα καί ὄχι μέ σένα...
Κάποια νύκτα ἀπό τίς τελευταῖες της εἶδε στό ὄνειρό της τόν Δημήτριο,
τόν μικρότερο γυιό της πού πέθανε πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους μας, ἐξ αἰτίας τοῦ
ὁποίου ἦτο πάντοτε ἀπαρηγόρητη...Ἦτο τό παιδί μέ λευκό ὑποκάμισο, μέ τό
κεφάλι ἄσκεπο, μέσα σ᾿ ἕνα μεγάλο λιβάδι καί συνέλλεγε λουλούδια.
-Τί κάνεις ἐδῶ; Τόν ἐρώτησε ἐκείνη.
-Μαζεύω λουλούδια, τῆς ἀπήντησε ὁ γυιός της.
-Καί γιατί εἶσαι ἀσκέπαστος στό κεφάλι; Ἐγώ σοῦ φόρεσα καπελλάκι.
-'Εδῶ δέν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπ᾿ αὐτά, τῆς ἀπήντησε χαρούμενος ὁ γυιός της....
Μετά τήν Θεία Κοινωνία τό πρόσωπό της ἀλλοιώθηκε. Δέν ἔφαγε πλέον πάλι
τίποτε, ἀλλά ζητοῦσε μόνο κρῦο νερό γιά νά δροσίζεται, ἐπειδή καιγόταν
στόν πυρεττό. Κατόπιν εἶχε μεγάλη εὐθυμία, τήν ὁποία οὐδέποτε εἶχε
δείξει καί ἄρχισε νά ψάλλη ἀπό τά τροπάρια πού εἶχε μάθει στήν ἐκκλησία:
«Χριστός ἀνέστη...», «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε...», «Ἡ Γέννησίς σου
Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν...», τό τροπάριο τῆς Πεντηκοστῆς καί ἄλλα. Ἀκόμη
προσευχόταν ἀκατάπαυστα: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν μέ τήν ἁμαρτωλή.
Μητέρα τοῦ Κυρίου μου, ἐλέησόν με τήν ἁμαρτωλή». «Κύριε μή τῷ θυμῷ σου
ἐλέγξης με, μηδέ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με», τόν 50ον Ψαλμό καί
ἐπανελάμβανε πάντοτε: «Δέξου Κύριε αὐτούς πού ἔρχονται σέ Σένα καί μετά
δέξου καί μένα...».
Τήν τελευταία ἡμέρα, μῆνα καί νύκτα πρός τήν ἡμέρα Τρίτη, δέν κοιμήθηκε
καθόλου, ἀλλά προσευχόταν συνεχῶς ψιθυριστά. Κατόπιν εἶπε στήν Γλυκερία:
«Νά μοῦ κάνης ὡραῖο μνημόσυνο μέ κόλυβα, μέ πρόσφορο, μέ λουλούδια
καί....νά δώσης στόν πάτερ (Πετρώνιο) λευκή τήν λύσι τῶν ἁμαρτιῶν μου νά
τήν ἔχη σάν ἐνθύμιο ἀπό τήν μάννα του...».
Τήν τρίτη τό πρωΐ, 4η Ἰουλίου, ὅταν ἤρχοντο οἱ πρῶτες ἀκτῖνες στό
παράθυρο τοῦ δωματίου της, ἐζήτησε ἀπό τήν Γλυκερία τό κερί, ἄνοιξε τά
μάτια της καί ἐψιθύρισε: «Συγχώρεσέ με...!», κατόπιν ἐστράφη πρός τό
ἄλλο μέρος καί ἐκοιμήθη ὁριστικά...Ἡ ψυχή της ἐπέταξε ἀπό τό χωμάτινο
σκεῦος τοῦ σώματός της, πού τόσο πολύ βασανίσθηκε καί ταλαιπω-ρήθηκε. Τό
πρόσωπό της ἦτο εἰρηνικό καί ἕνα χαμόγελο κρεμόταν ἀπό τά χείλη της...
Ἔζησε περίπου 87 χρόνια, ἀπό τά ὁποῖα 39 μέ τόν ἄνδρα της καί τά
ὑπόλοιπα 25 σάν χήρα. Γεννήθηκε στίς 8 Σεπτεμβρίου 1880, παντρεύθηκε τόν
Ἰανουάριο τοῦ 1903, ἀπέθανε στίς 4 Ἰουλίου 1967.
Ὁ πατέρας μου γεννήθηκε τό 1873 καί ἀπέθανε τήν 1ην Αὐγούστου 1942.
Μετάφρασις – Ἐπιμέλεια υπό Ἀδελφῶν Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους Ἄθω
Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου,
τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως
ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα
Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.
Πηγή: Εκδόσεις Χρυσοπηγή
Θαύμα 1966:Ο αχθοφόρος που ανέστησε τον βλάσφημο νεκρό
Συγκλονιστικό σύγχρονο θαύμα το έτος 1966
Ήταν φτωχός αχθοφόρος στον Πειραιά. Μικρός είχε μείνει ορφανός από
πατέρα και για αυτό αγαπούσε πολύ τον πεθερό του, ο οποίος όμως ήταν βλάσφημος και παρά τις πολλές του παρακλήσεις παρέμενε αμετανόητος.
Μία ημέρα, επιστρέφοντας από την εργασία του, βρήκε τον πεθερό του να
έχει πεθάνει και ανησύχησε τόσο πολύ για την ψυχή του, που αυθόρμητα
και με πολύ πόνο παρακάλεσε τον Θεό να τον αναστήσει για να μετανοήσει.
Και, ώ του θαύματος, ο νεκρός αναστήθηκε και έζησε άλλα πέντε χρόνια με μετάνοια.
Και, ώ του θαύματος, ο νεκρός αναστήθηκε και έζησε άλλα πέντε χρόνια με μετάνοια.
Το περιστατικό αυτό διηγήθηκε στον Αγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη το 1966, όταν ακόμη ζούσε στην Σκήτη των Ιβήρων, ο ίδιος ο αχθοφόρος, λέγοντας:
«Πάτερ μου, ποιος ήμουν εγώ; Το μόνο που θέλω στη ζωή μου είναι να ευχαριστώ τον Θεό, που έκανε αυτό το καλό».
Καταγράφεται στο βιβλίο «Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης», έκδ. Ι.
Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης,
2015, σ. 267, με την εξής προσθήκη:
«Ο Όσιος Παΐσιος επέστρεψε εκείνη την ημέρα στην Καλύβη του πολύ ωφελημένος από την απλότητα και την ταπείνωση του αχθοφόρου· ταπείνωση που ούτε καν του περνούσε ο λογισμός ότι χάρη στον ίδιο είχε αναστηθεί ένας νεκρός».
«Ο Όσιος Παΐσιος επέστρεψε εκείνη την ημέρα στην Καλύβη του πολύ ωφελημένος από την απλότητα και την ταπείνωση του αχθοφόρου· ταπείνωση που ούτε καν του περνούσε ο λογισμός ότι χάρη στον ίδιο είχε αναστηθεί ένας νεκρός».
Πηγή: Βήμα ορθοδοξίας
Η Θεία Κοινωνία τη Μεγάλη Σαρακοστή
Γράφει ο π. Ανδρέας Αγαθοκλέους
Το γνώρισμα της Μεγάλης Σαρακοστής δεν είναι μόνο η νηστεία αλλά και η προσευχή και η συχνότερη συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία. Πώς αλλιώς θα γινόταν άλλωστε, αφού είναι το «στάδιο των αρετών»;
Όταν κανείς αγωνίζεται για να πετύχει κάτι μεγάλο, χρειάζεται εφόδια,
δυνάμεις. Κι όσο πιο σπουδαίος και σημαντικός είναι ο στόχος, τόσο και
οι ενισχύσεις θα πρέπει να είναι σημαντικές.
Την περίοδο της Μ. Σαρακοστής
καλούμαστε να πορευτούμε πιο δυναμικά από το θάνατο τής αμαρτίας στη
ζωή του Θεού. Αυτή η αλλαγή, η μετάβαση, ονομάζεται, στη γλώσσα της
Εκκλησίας, μετάνοια. Άλλο η μεταμέλεια κι άλλο η μετάνοια. Το πρώτο
σημαίνει συνειδητοποίηση του λάθους, το δεύτερο αλλαγή νοοτροπίας. Το
πρώτο αναγκαίο για το δεύτερο αλλά δεν σημαίνει ότι πάντα οδηγεί στη
μετάνοια, που είναι μια συνεχής πορεία προς την ατέλευτη
τελειότητα, που είναι το γνώρισμα κάθε χριστιανού για όλη τη ζωή του και
κυρίως για την Εκκλησιαστική περίοδο που διανύουμε.
Επειδή στην πορεία της Μ. Σαρακοστής είναι απαραίτητη η συμπόρευση του Θεού
μας, η συμμετοχή μας στη Θεία Κοινωνία γίνεται πηγή Ζωής. Γιατί η Θεία
Κοινωνία δεν είναι βραβείο για την όποια πιθανή αρετή μας, δεν είναι
επιβράβευση του αγώνα μας, αλλά είναι «εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν
αιώνιον». Γι’ αυτό, όσο πιο συχνά συμμετέχει κανείς τόσο πιο
πολλή αίσθηση έχει της αφέσεως των αμαρτιών του και της αιωνίου ζωής,
εφόσον η «αιώνια ζωή» είναι, κατά το λόγο του Κυρίου, η εμπειρική γνώση
του Θεού (Ιω. 17,3).
Την περίοδο της Μ. Σαρακοστής τελούνται τρεις λειτουργίες: Του αγίου
Ιωάννη του Χρυσοστόμου, του Μεγάλου Βασιλείου και των Προηγιασμένων
Δώρων. Η πρώτη, που είναι η πιο γνωστή, τελείται κάθε Σάββατο και την
Κυριακή των Βαΐων. Η δεύτερη, τις πέντε Κυριακές της Μ. Σαρακοστής, τη
Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο. Των Προηγιασμένων Δώρων, τελείται συνήθως
Τετάρτη και Παρασκευή αλλά μπορεί και να τελεστεί από Δευτέρα μέχρι
Παρασκευή μόνο τη Μ. Σαρακοστή.
Ο λόγος που τελείται η λειτουργία των Προηγιασμένων, είναι γιατί η
περίοδος αυτή έχει πένθιμο χαρακτήρα – γι’ αυτό και η νηστεία. Η
κανονική Λειτουργία, όπως του Χρυσοστόμου και του Βασιλείου, έχει
χαρούμενο χαρακτήρα, εφόσον επαναλαμβάνεται η ζωή του Χριστού. Ενώ στην
Προηγιασμένη, είναι αγιασμένος ο άρτος και ο οίνος από την προηγούμενη
κανονική Λειτουργία, γι’ αυτό και λέγεται των Προηγιασμένων Δώρων.
Έτσι τη Μ. Σαρακοστή, που ’ναι κατεξοχήν περίοδος μετάνοιας, ο Χριστός, με τη συχνή Θεία Κοινωνία, γίνεται συνοδοιπόρος, «βοηθός και σκεπαστής», οικείος και Κύριός μας, ανάλογα με τη δεκτικότητα και τη μετάνοια του καθενός.
Αλήθεια, μέσα στον κυκεώνα που ζούμε, με τις αντιπαλότητες, τα
συμφέροντα, τα πάθη και τα μίση του κόσμου, δεν είναι σημαντικό να
έχουμε το Χριστό μέσα μας; Δεν είναι ωραίο το Φως Του να γεμίσει την
ύπαρξή μας και να γινόμαστε και ’μεις για τους γύρω μας ένα κερί που θα
δείχνει την εικόνα Του; Το εύχομαι!
Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας
Τρίτη 7 Μαρτίου 2017
Μπαμπινιώτης: «Οι νέοι θα πληρώσουν ακριβά τα greeklish».
Τον κίνδυνο της «αποξένωσης» των Ελλήνων από την εικόνα των
ελληνικών λέξεων, λόγω της αυξανόμενης χρήσης των «greeklish», επισήμανε
ο καθηγητής της Γλωσσολογίας Γεώργιος Μπαμπινιώτης, προειδοποιώντας ότι
«οι νέοι άνθρωποι θα το πληρώσουν ακριβά».
Τον κίνδυνο της «αποξένωσης» από την εικόνα των ελληνικών λέξεων,
λόγω της αυξανόμενης χρήσης των «greeklish», επισήμανε ο καθηγητής της
Γλωσσολογίας Γεώργιος Μπαμπινιώτης.
Μιλώντας στα Χανιά, σε ημερίδα του Ινστιτούτου Επαρχιακού Τύπου για τη γλώσσα, ο πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών αναφέρθηκε στην ανάγκη στήριξης της ελληνικής γλώσσας σε ένα επίπεδο ποιότητας.
«Εγώ θα έλεγα στον κόσμο που μας ακούει: ‘’τη γλώσσα και τα μάτια σας’’. Θα έλεγα ότι σε ημέρες κρίσης θα πρέπει να σκύψουμε σε ό,τι καλύτερο διαθέτει αυτός ο τόπος, που είναι ο πολιτισμός μας, η παράδοση μας και με τον πιο εύγλωττο τρόπο η γλώσσα μας», ανέφερε ο κ. Μπαμπινιώτης και πρόσθεσε:
Μιλώντας στα Χανιά, σε ημερίδα του Ινστιτούτου Επαρχιακού Τύπου για τη γλώσσα, ο πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών αναφέρθηκε στην ανάγκη στήριξης της ελληνικής γλώσσας σε ένα επίπεδο ποιότητας.
«Εγώ θα έλεγα στον κόσμο που μας ακούει: ‘’τη γλώσσα και τα μάτια σας’’. Θα έλεγα ότι σε ημέρες κρίσης θα πρέπει να σκύψουμε σε ό,τι καλύτερο διαθέτει αυτός ο τόπος, που είναι ο πολιτισμός μας, η παράδοση μας και με τον πιο εύγλωττο τρόπο η γλώσσα μας», ανέφερε ο κ. Μπαμπινιώτης και πρόσθεσε:
«Δεν είναι απλό εργαλείο η γλώσσα. Είναι ο πολιτισμός μας, είναι η ιστορία μας, είναι η σκέψη μας, είναι η νοοτροπία μας, είναι η ταυτότητά μας. Πάνω από όλα η γλώσσα είναι αξία».
Αναφερόμενος στην ευρέως διαδεδομένη χρήση των «greeklish» (Ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) μεταξύ των νέων που στέλνουν γραπτά μηνύματα από τα κινητά τηλέφωνα ή συνομιλούν μέσω του Διαδικτύου, ο Ομότιμος και Επίτιμος Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής, και πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τόνισε:
«Τα greeklish είναι ο καλύτερος δρόμος αποξένωσης από την εικόνα της λέξης. Αυτό μπορεί οι νέοι άνθρωποι να το πληρώσουν ακριβά. Έχουμε ελληνικές γραμματοσειρές και μπορούμε, αξιοποιώντας το Διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά μέσα, να χρησιμοποιούμε τις ελληνικές γραμματοσειρές που έχουν το προτέρημα να δίνουν την εικόνα της λέξης, το οπτικό ίνδαλμα, και να μας συμφιλιώνουν με την ορθογραφία της λέξης και με τη σημασία της»
Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017
Ταφή η καύση: Αμετάκλητη λήθη η αιώνια μνήμη;
του Σεβασμ. Μητροπολίτη Μεσογαίας κ. Νικολάου
Υπάρχουν δυό βασικές αλήθειες για την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη σχετικά με τον άνθρωπο. Η πρώτη είναι ότι ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα και η δεύτερη ότι η ψυχή του είναι αιώνια στη φύση της. Το σώμα του είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή του και η ψυχή με την θεική πραγματικότητα.
Η Εκκλησία δεν έχει μόνο διδασκαλία περί της ψυχής,
αλλά βαθιά εμπειρία της. Δεν έχει απλά άποψη επί του θέματος έχει βίωση
αληθείας. Η αποκάλυψή της δεν της προσφέρεται μόνον διδακτικά, αλλά της
επαληθεύεται βιωματικά. Δεν λέει αυτό που ξέρει αλλά μεταγγίζει αυτό
που ζεί. Όταν βλέπει τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, δεν αντικρίζει σ᾿
αυτόν μόνο το σώμα του η τη χρονική παρουσία του, αλλά βλέπει την εικόνα
του Θεού να αντικατοπτρίζεται στην ψυχή του και διακρίνει την αιώνια
διάστασή του. Αυτό πως να το αρνηθεί η Εκκλησία;
Άνθρωπος δεν είναι το σώμα,
η υγεία, αυτό που βλέπουμε. Ούτε πάλι η ψυχή ως διάθεση, ως ψυχισμός,
ως έκφραση των εγκεφαλικών λειτουργιών, ως φυσικό στοιχείο συμπεριφοράς –
αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Ο θησαυρός της ανθρώπινης υπόστασης είναι η
ψυχή ως πρόσωπο, ως εικόνα της θεικής δόξης, ως αυτεξούσιο, ως
δυνατότητα μετοχής στην αιωνιότητα, ως χάρις αυθυπέρβασης. Κάθε τι που
σχετίζεται με την ψυχή αποτελεί ιερό γεγονός η στοιχείο έχει να κάνει με
την σωτηρία, τον εξαγιασμό, την ένωση με τον Θεό, την βίωση της αιώνιας
προοπτικής του ανθρώπου. Αυτό είναι το στοιχείο που, επειδή είναι
υπαρκτό καθιστά τον άνθρωπο ιερό.
Η ψυχή μ᾿ αυτήν την έννοια, περιφρουρείται μέσα στο σώμα που το μεταμορφώνει σε ναό.
Το σώμα που διαφυλάσσει το θησαυρό της ψυχής δεν είναι φυλακή. Ένα σώμα
όμως που εν ζωή δεν το σεβαστήκαμε, ούτε καν φιλόζωα το διατηρήσαμε,
που βιολογικά μεν το περιποιηθήκαμε στα εργαστήρια, ουσιαστικά όμως το
καταστρέψαμε στην πρακτική της ζωής ένα σώμα στο οποίο η ιατρική δεν
καλείται να θεραπεύσει μόνο τις συνέπειες της φυσιολογικής φθοράς επάνω
του, αλλά και του ανορθόδοξου τρόπου και της αντίληψης ζωής μέσα του,
ένα σώμα που η ίδια η ψυχή μας το αγνόησε, και αντί μαζί του να
επιτελέσει τον ιερουργικό σκοπό της, ικανοποίησε τις φιλήδονες τάσεις
και τις αμαρτωλές διαθέσεις της -και μάλιστα με την αποδοχή και νομική
κάλυψη της κοινωνίας-, αυτό το σώμα είναι εύκολο αυτή η κοινωνία και
ψυχή να θέλουν να το κάψουν για να ολοκληρώσουν το έργο τους και να
εξαφανίσουν την ασέβειά τους.
Για την Εκκλησία τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Το σώμα, όσο ο
άνθρωπος είναι εν ζωή, το βλέπει ως θυσιαστήριο. Γι᾿ αυτό και η βάναυση
επέμβαση επάνω του και η υποταγή του στις ορμές, που δουλώνουν το
αυτεξούσιο, δηλώνουν ασέβεια και αποτελούν βεβήλωση και αμαρτία. Η
συντήρηση και τροφοδοσία του γίνεται πάντοτε με προσευχή -προσευχές της
τραπέζης- η φροντίδα της υγείας του που συνδυάζεται με μυστήριο – το
ευχέλαιο-, η αναπαραγωγή του με άλλο μυστήριο – το γάμο- και τέλος ο
εξαγιασμός του επιτυγχάνεται με την μετάληψη του σώματος και του αίματος
του Χριστού.
Μόλις ο άνθρωπος πεθάνει, το σώμα του γίνεται λείψανο. Τότε αυξάνει
και ο σεβασμός μας σ᾿ αυτό. Το λείψανο αποτελεί την ανάμνηση μίας
ιερουργίας που μέσα του επιτελείτο – της σωτηρίας της ψυχής- και την
υπόμνηση μίας άλλης που τώρα «αγνώστως» συνεχίζεται έξω από αυτό- της
δόξης της ψυχής. Το σώμα δεν περιμένει την καταστροφή του, αλλά την
«ετέρα μορφή του» (Μαρκ. ιστ´ 12), την αναμόρφωσή του «εις το αρχαίον
κάλλος». Αυτή είναι η αιτία που η Εκκλησία προσεγγίζει το σώμα με
ιδιαίτερο σεβασμό και αισθήματα ιερά. Δεν καίμε τους ναούς, πολλώ δε
μάλλον τους έμψυχους ναούς.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το σώμα είναι κάτι που δεν εγγίζεται και στο οποίο αρνούμεθα κάθε παρέμβαση.
Το σώμα είναι το υποκείμενο στη φθορά στοιχείο του ανθρώπου. Η φυσική
φθορά είναι η ισχυρότερη ίσως υπόμνηση της πτωτικής μας φύσεως. Κάθε
βίαιη κίνηση που συνηγορεί στη συρρίκνωσή του, προσβάλλει και την ψυχή.
Για τον λόγο αυτό, στο σώμα παρεμβαίνουμε μόνο θεραπευτικά,
αναστέλλοντας την εξέλιξη της φθοράς, όταν και όσο μπορούμε. Η
διαδικασία της πρέπει να είναι εντελώς φυσική και ποτέ εξαναγκασμένη.
Την αναλαμβάνει μόνον ο Θεός μέσα από τις συνθήκες που ο ίδιος προνοεί η
η φύση μέσα από την ευθύνη που της έχει ανατεθεί. Αυτός είναι ένας
άλλος λόγος που η Εκκλησία μας αρνείται την καύση των νεκρών. Αφήνει στη
φύση να αναλάβει την ευθύνη της φθοράς του σώματος. Δεν το καίει, αλλά
το αφήνει να σβήσει. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η φύση
επιτρέπει να μείνει κάποιο υπόλειμμα, αυτό έχει το λόγο του. Όταν και η
φύση αρνείται την ολοσχερή διάλυσή του ανθρωπίνου σώματος, τότε η
νομοθετημένη καύση του δεν είναι πράξη επιλήψιμης βίας;
Τα οστά υπαινίσσονται ότι τα σώματα έχουν μεν όλα μία ομοιότητα, αλλά
έχουν και διαφορές. Άλλα είναι τα κοκαλάκια ενός μικρού παιδιού στη θέα
τους και άλλα ενός ενήλικα. Άλλα ενός ανθρώπου και άλλα κάποιου ζώου.
Όταν όμως καούν, η στάχτη εξομοιώνει τα πάντα. Και στην περίπτωση αυτή
που διατηρείται και δεν σκορπίζεται, δεν διακρίνονται οι διαφορές, έχουν
εξαλειφθεί για πάντα. Μαζί με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, έχει
εξαφανιστεί και η εικόνα του ανθρώπου μόλις δε σκορπιστούν και τα
υπολείμματα της στάχτης,μαζί με τα ψήγματα του κοινωνικού σεβασμού,
οριστικοποιείται και η διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας του. Ο υπαρκτικός
θάνατος έχει προσυπογράψει τον φυσιολογικό.
Το υπόλειμμα του ανθρώπου δεν είναι η ισοπέδωση και η απουσία, αλλά η
ταυτότητα και του είδους και του προσώπου και η παρουσία. Ο αγώνας να
διατηρήσουμε τα οστά, τα λείψανα, ο,τι περισσότερο από τον άνθρωπο
μπορούμε σ᾿ αυτόν τον κόσμο, ισοδυναμεί με την ανάγκη μας να διατηρηθεί
όσο περισσότερο γίνεται το πρόσωπό του στον άλλο. Ο σεβασμός μας στα
νεκρά λείψανα πιστοποιεί την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή.
Οι νεκροί
δεν είναι «πεθαμένοι» αλλά κεκοιμημένοι. Τοποθετούνται με σεβασμό στον
τάφο, στραμμένοι προς ανατολάς με την προσδοκία της αναστάσεώς τους. Η
Εκκλησία συνειδητά αρνείται τον όρο «νεκροταφεία» και επιμένει στον όρο
«κοιμητήρια». Και το κάνει αυτό όχι για λόγους ψυχολογικού -για να μην
αγριεύουμε- αλλά για λόγους καθαρά πνευματικούς: νεκρός δεν σημαίνει
τελειωμένος (που έχει τελειώσει) αλλά τετελειωμένος (που έχει
τελειωθεί). Τέλος δεν σημαίνει λήξη, αλλά τελείωση. Τα οστά των νεκρών
αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσης ζωής τους, ενθύμηση της παρούσης
καταστάσεώς τους, αλλά και υπόμνηση της μελλούσης προοπτικής μας. Αυτά
με κανένα νόμο δεν καίγονται.
Η Εκκλησία
δεν τιμά το σώμα και χωριστά την ψυχή, αλλά τον σύνδεσμο των δυό, τον
άνθρωπο ως όλον. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν
φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα, που δεν μας την θυμίζει μόνο
όταν λειτουργεί αλλά και όταν απλά υπάρχει. Η οριστική καταστροφή του
σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται
– αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του, κάτι που δεν
καταστρέφεται.
Η ψυχή ζεί. Αυτό φαίνεται από το ότι τα λείψανα
έχουν ζωή όχι βιολογική βέβαια αλλά κάποιας μορφής πνευματική, που όμως
διαπιστώνεται. Όταν έχουμε άτομα που η βίωσή τους της πνευματικής
πραγματικότητος ήταν τόσο έντονη ώστε και από τότε που ζούσαν εν χρόνω
την παχύτητα αυτού του κόσμου, αυτά να λειτουργούν στις συχνότητες του
άλλου, τότε ο θάνατός τους είναι κοίμηση που αποτυπώνεται στα λείψανά
τους. Είναι πολύτιμη εμπειρία της Εκκλησίας, διαρκώς επαληθευόμενη, ότι
πλείστα όσα εξ αυτών εμφανίζουν ιδιάζουσα χάρι. Είναι γνωστό ότι συχνά
τα λείψανα των αγιορειτών μοναχών αλλά και των άλλων εξαγιασμένων
ανθρώπων που η ζωή τους τίμησε το σώμα και η ψυχή τους φανέρωσε
μεγαλύτερη ευρωστία και ζωτικότητα από αυτό, διατηρούν μία εντυπωσιακή
ευκαμψία για ώρες μετά θάνατον. Δεν κοκαλώνουν!
Αλλά και η αποδεδειγμένη ευωδία, το κέρινο χρώμα τους, η
θαυματουργική χάρι τους η η φυσική αφθαρσία ολόσωμων αγίων, στοιχεία
ασυνήθη και φυσικώς ανεξήγυτα, είναι αναμενόμενα φαινόμενα της
πνευματικής πραγματικότητος. Αυτά τα λείψανα, για την ορθόδοξη
εκκλησιαστική παράδοση και συνείδηση, αποτελούν περιουσία πολυτιμότερη
και από τη διδασκαλία της θησαυρούς αναγκαιότερους και από τα σκεύη της.
Στα λείψανα των μαρτύρων της εδράζονται οι άγιες τράπεζές της. Αν αυτά
κάψει, θα έχει ήδη θυσιάσει τα ιερά θυσιαστήριά της θα έχει καταστρέψει
τα ζωτικά σπλάχνα της.
Η ψυχή υπάρχει, ζεί και αναγνωρίζει το σώμα της και μετά θάνατον.
Βλέπει και μπορεί να αντικρύσει την καύση του. Άραγε θα την εγκρίνει; Η
ίδια στην κατάσταση που είναι δεν βλάπτεται από τις δικές μας ενέργειες
ούτε και όταν της καταστρέφουν το δικό της σώμα.
Η ασέβεια επάνω της όμως φθείρει εμάς. Το ηθικό κριτήριο σε μία τόσο
καίρια απόφαση για την Εκκλησία είναι πνευματικό δεν έχει να κάνει με
τις επιλογές μίας πεθαμένης κοινωνίας, μίας κοινωνίας που αρνείται την
αθανασία της, αλλά με τις προτιμήσεις της αθάνατης ψυχής, της ψυχής που
επιβεβαιώνει την αιωνιότητά της.
Αν μας ρωτούσαν πως θα προτιμούσαμε να φύγει απ᾿ αυτόν τον κόσμο
κάποιος δικός μας: από εγκεφαλική αποπληξία, από καρδιακή ανακοπή, με
παραμορφωτικά εγκαύματα, η να αποτεφρωθεί από ανάφλεξη και πυρκαγιά, έχω
την εντύπωση πως ο τραγικότερος τρόπος θα ομολογούσαμε πως είναι ο
τελευταίος.Είναι φυσικό στον άνθρωπο, όταν αποχαιρετά τον άνθρωπό του,
να θέλει να αντικρύσει για τελευταία φορά την οικεία σ᾿ αυτόν όψη και
όχι το αποτρόπαιο κατάντημά του σε απάνθρωπη, ανοίκεια και απρόσωπη
στάχτη. Η λεπτή αγάπη των στιγμών εκείνων εκφράζεται ως ανάγκη να
αγκαλιάσει κανείς, να φιλήσει, να χορτάσει το βλέμμα του, να εκδηλωθεί
τρυφερά πάνω στο άψυχο σώμα. Αν μας πληγώνει η βία της φύσεως, πως εμείς
επιλέγουμε τη βία του αυτεξουσίου μας; Όταν κάτι είναι πολύτιμο και το
χάνουμε, προσπαθούμε να κρατήσουμε όσο περισσότερο απ᾿ αυτό μπορούμε.
Ποτέ δεν νομοθετούμε τη βίαιη μείωση του τελευταίου ανεκτίμητου
υπολείμματός του.
Η απόφαση ότι δεν έχουμε χώρο στα κοιμητήριά μας ισοδυναμεί με
προσβολή. Αν δεν έχουμε, να δημιουργήσουμε χώρο. Η αγάπη δημιουργεί και
χώρο και προϋποθέσεις. Η χρηστική ανάγκη ποτέ δεν είναι ουσιαστική και
πάντα πιστοποιεί τη στενότητα του καρδιακού χώρου. Η ανάγκη του σεβασμού
είναι πολύ μεγαλύτερη γι᾿ αυτόν που τον εκχωρεί παρά γι᾿ αυτόν που
αποδέχεται.
Έτσι που βαδίζει η κοινωνία μας δεν θα έχει μόνον έλλειψη χώρου, αλλά
και ανθρώπους δεν θα βρίσκει για να θάψουν, ίσως και να κάψουν, τους
νεκρούς της. Στο απέραντο γηροκομείο του «πολιτισμένου» κόσμου μας, όπου
οι νέοι τείνουν να γίνουν πολύ λιγότεροι από τους ηλικιωμένους και οι
γεννήσεις πολύ πιο σπάνιες από τους θανάτους, θα υπάρχουν νεκροί και όχι
νεκροθάφτες. Αντί να ενδιαφέρεται η κοινωνία μας για την αρχή της ζωής,
π.χ. το δημογραφικό πρόβλημα, υπερ-απασχολείται με το τέλος, την καύση.
Η ίδια νοοτροπία που αποφεύγει, τη γέννηση, δηλαδή τη ζωή, αυτή που
απορρίπτει και τους γέρους, αυτή που προτείνει την ευθανασία, αυτή που η
ίδια δεν αντέχει και τους νεκρούς αρνείται τη δημιουργία και επιλέγει
την καύση. Αυτή υπογράφει το οριστικό τέλος του τέλους το τέλος του
σκοπού το τέλος του ανθρώπου.
Αυτοί που αγνόησαν το δικαίωμα του ανθρώπου για το Θεό και πρόσβαλαν
τα απαράγραπτα δικαιώματα του Θεού για τον άνθρωπο, αυτοί και μόνον
μπορούν να επικαλούνται τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα για να
νομιμοποιήσουν την ασέβειά τους στον άνθρωπο.
Η καύση των νεκρών δεν είναι ατομικό δικαίωμα του νεκρού πλέον ανθρώπου.
Η διατήρηση του σώματός τους αποτελεί κοινωνική υποχρέωση σεβασμού και
επιβιώσεως του προσώπου του. Είναι αδύνατο το θέλημα του ενός -και ας
αποκαλείται αυτό δικαίωμα- να προσκρούει στην ανάγκη για σεβασμό του
συνόλου. Δεν μπορεί να είναι δικαίωμα κάποιου να τον … κάψουμε εμείς! Το
θέμα δεν είναι αν κάποιος επιθυμεί να καεί. Είναι αν η κοινωνία θα
δεχθεί να τον κάψει.
Η κοινωνία με την καύση των νεκρών προσυπογράφει το δικό της τέλος:
τον μηδενισμό της. Μία κοινωνία που δεν αντέχει τον άνθρωπο ούτε στην
ασθένειά του, ούτε στην αδυναμία του, ούτε στον θάνατό του, μία κοινωνία
που καίει τους νεκρούς της, μία κοινωνία που καταστρέφει και την
ανάμνηση της ζωής και την ενθύμηση των μελών της -αυτό είναι τα λείψανα-
μία κοινωνία που κάνει την αρχή του ανθρώπου τεχνητή και μηχανική και
το τέλος του οριστικό και αμετάκλητο, μία κοινωνία που αρνείται την πνοή
του αιώνιου και εγκλωβίζεται στην ασφυξία του εφήμερου, τι σχέση μπορεί
να έχει αυτή η κοινωνία με τη ζωή; Ακόμη και οι άθεοι υπογράμμιζαν την
ανάμνηση των επίγειων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους
(περίπτωση Λένιν), η όπου αυτό δεν ήταν δυνατόν, με κατασκευές αγαλμάτων
και ψεύτικων ομοιωμάτων.Φαίνεται πως το αποτέλεσμα του ανθρωπισμού
χωρίς Θεό, του πολιτισμού χωρίς αξίες και του μηδενισμού χωρίς σκοπό, το
αποτέλεσμα της σύγχυσης της αθείας, είναι η εξαφάνιση του ανθρώπου, η
καύση και του τελευταίου υπολείμματός του. Η καύση των νεκρών οδηγεί
στην καύση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Κατόπιν τούτων, δεν είναι ότι δεν της επιτρέπεται, αλλά η Εκκλησία
αδυνατεί και αρνείται να δεχθεί μία απλώς χρηστική και καθόλου πειστική
λύση ελάσσονος πρακτικής βαρύτητος και να θυσιάσει το βίωμα του
σεβασμού της στη θεικότητα του προσώπου του κάθε ανθρώπου, πολλώ μάλλον
του ανθρώπου που αυτή βάφτισε στη κολυμβήθρα της, τιμώντας ταυτόχρονα
και την ψυχή και το σώμα του. Το μείζον δεν μπορεί να υποταχθεί στο
έλασσον. Είναι αδύνατον όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την
πρόταση ζωής της, όποιος ζεί την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος
σέβεται τον άνθρωπο να μην τιμά και το σώμα. Το σώμα χρήζει μεγαλύτερης
τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον απ᾿ όση περιποίηση και
προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής
του.
Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας
Κυριακή 5 Μαρτίου 2017
Μη αποστρέψης το πρόσωπον σου από του παιδός σου ότι θλίβομαι...".
Πόσο συγκλονιστική είναι αυτή η έκφραση της Εκκλησίας μας κατά την περίοδο του τριωδίου.
Με πόνο ψυχής ο υμνογράφος
αγωνιά, ικετεύει, παρακαλεί, ώστε ο Κύριος μην αναγκαστεί λόγω
των ανομιών μας, να αποστρέψει το πρόσωπό του, αλλά να συνεχίζει
σαν τον νοητό ήλιο να φωτίζει τα μύχια της ύπαρξής μας.
Μή αποστρέψεις λοιπόν, όχι γιατί
δεν σ' έχω ανάγκη τώρα που τα προβλήματά μου είναι λυμένα, τώρα
που είμαι υγιής, τώρα που στη δουλειά μου πάνε όλα καλά, με
δυο λόγια δεν έχω ιδιαίτερη ανάγκη ...αλλά θλίβομαι όταν νοιώθω
την απουσία σου.
Ναι θλίβομαι, μαραζώνει η ψυχή μου, σβήνω, χάνεται η ύπαρξή μου από την απουσία σου.
Υπάρχω, γιατί πρώτος υπάρχεις Εσύ.
Σε βρήκα πριν από μένα, δεν σε έφτιαξα...Συ με δημιούργησες.
Εσύ με βρίσκεις, όταν εγώ χάνομαι
στα δύσκολα τα μονοπάτια, δεν σε ζητώ τυφλωμένος όπως είμαι
απ' τα πάθη μου, αλλά Εσύ με βρίσκεις και αυτό είναι που μου
πληγώνει την καρδιά και κάποια στιγμή αντιδρώ, δεν θέλω, είναι
βλέπεις και η άσχημη ζωή μου που δεν μ' αφήνει, αλλά...
Μην ακούς τι σου λεν τα χείλη μου, όταν από άσχημη συνήθεια αρχίζουν ν΄αντιδρούν,
αλλ' άκου την ψυχή μου, άκου τους χτύπους της καρδιάς μου,
θλίβομαι λεν μαζί και το φωνάζουν δυνατά.
Οι άλλοι όμως δεν τ'ακούν, μόνο Εσυ κι' εγω...οι δυό μας το ακούμε.
Θλίβομαι, θλίβομαι όταν ειμαι μακρυά σου.
Μάταια του κόσμου οι χαρές, καρφιά γυρνούν να βρούν
γυρνώντας δώθε κει, τον πάτο της καρδιάς ζητούν να στερεώσουν.
Αλλά πως ν' αδειάσεις το κενό, χώρο να βρείς, να μπείς, να κάτσεις...
μόνος μου δεν το μπορώ, δεν το κατόρθωσα ακόμη...δώς μου καιρό.
Θλίβομαι, θλίβομαι όταν ειμαι μακρυά σου.
Κράτα το βλέμμα Σου επάνω μου, μην τύχει και τ' αφήσεις.
Σαν χάρη στο ζητώ....σαν τελευταία χάρη!
Πηγή : Ψήγματα Ορθοδοξίας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)